Σε κάθε μεγάλη απόφαση που καλείσαι να πάρεις, έρχεσαι αντιμέτωπος με αυτό το γαμημένο κομβικό σημείο.
Το σημείο με τις διακλαδώσεις. Το σημείο παράνοιας και πολλαπλών φωνών, βαλτές να σε διχάζουν. Να ουρλιάζουν και να ψιθυρίζουν. Να σε τρελαίνει η ηχώ τους.
Η απλά "Θα κάνω καλά. δεν θα κάνω καλά?"
Ο καιρός πάντα προχωράει κι η ζωή εξελίσσεται με ένα τρόπο που μόνο μάταιος δε θα σου φανεί και το ξέρεις. Αλλά τώρα δεν το βλέπεις. Κι αυτό το ξέρεις.
Όταν είσαι κοντά στην απόφαση λίγο πριν παρθεί η λίγο μετά οι σκέψεις τύπου, "Τι έχασα που δεν ήθελα? Τι κέρδισα που ήθελα?"
Καταμέτρηση προσωπικών ηττών και νικών.
Κάποιες φόρες σκέφτομαι πως γυρνώντας πίσω στο σημείο που ξεκίνησες μόνο βρίσκεις την αλήθεια, η έστω μια επιλεγμένα τυχαία αλήθεια βασισμένη στην εκάστοτε συνθήκη μέσα σου.
Το σημείο είναι το κρεβάτι σου ίσως, η πόλη που μεγάλωσες, το παγκάκι δίπλα στο ποτάμι, εκείνο που πάντα σου πρόσφερε απλόχερα την ιδέα του "να φύγεις" από κάτι άλλο πιο παλιά.
Όταν όλα λοιπόν σε σπρώχνουν, όλα σε απωθούν, τι κάνεις?
Φεύγεις?
Μα πως γίνεται όλα να πάνε στραβά? Είναι η βαρύτητα που δίνω, η απογοήτευση που νιώθω? Η αδικία που βράζει και ταράζει το καλό μου?
Να φεύγεις. Να φεύγεις εσύ. Να φεύγεις όταν κλείνεις τα μάτια σου και μπορείς ακόμα να κάνεις όνειρα. Να φεύγεις αν έστω κι ακόμα ένα ψήγμα οποιασδήποτε ελπίδας σου κάνει εμμονικά νοήματα. Όταν υπάρχει κάτι που σε ξεκουφαίνει, παλεύει για να καταφέρει να επιβιώσει.
Κι αν φύγεις τι έσωσες? Εσένα? Τη τιμή σου? Τη πίστη σου? Χα.
Έσωσες ένα μικρο κομμάτι σου.
Άλλα δεν έφυγες για να το σώσεις. Δεν φεύγεις για να σώσεις κάτι. Φεύγεις για να καλλιεργήσεις αυτό που έμεινε ζωντανό απ'τη φωτιά.
Αυτό που δεν πρόλαβες να χάσεις ακόμα.
Ας προσέξουμε το εν δυνάμει καλλιεργήσιμο σου απομεινάρι.
Αυτό έχεις και μια απόφαση.
Να φεύγεις.
Το σημείο με τις διακλαδώσεις. Το σημείο παράνοιας και πολλαπλών φωνών, βαλτές να σε διχάζουν. Να ουρλιάζουν και να ψιθυρίζουν. Να σε τρελαίνει η ηχώ τους.
Η απλά "Θα κάνω καλά. δεν θα κάνω καλά?"
Ο καιρός πάντα προχωράει κι η ζωή εξελίσσεται με ένα τρόπο που μόνο μάταιος δε θα σου φανεί και το ξέρεις. Αλλά τώρα δεν το βλέπεις. Κι αυτό το ξέρεις.
Όταν είσαι κοντά στην απόφαση λίγο πριν παρθεί η λίγο μετά οι σκέψεις τύπου, "Τι έχασα που δεν ήθελα? Τι κέρδισα που ήθελα?"
Καταμέτρηση προσωπικών ηττών και νικών.
Κάποιες φόρες σκέφτομαι πως γυρνώντας πίσω στο σημείο που ξεκίνησες μόνο βρίσκεις την αλήθεια, η έστω μια επιλεγμένα τυχαία αλήθεια βασισμένη στην εκάστοτε συνθήκη μέσα σου.
Το σημείο είναι το κρεβάτι σου ίσως, η πόλη που μεγάλωσες, το παγκάκι δίπλα στο ποτάμι, εκείνο που πάντα σου πρόσφερε απλόχερα την ιδέα του "να φύγεις" από κάτι άλλο πιο παλιά.
Όταν όλα λοιπόν σε σπρώχνουν, όλα σε απωθούν, τι κάνεις?
Φεύγεις?
Μα πως γίνεται όλα να πάνε στραβά? Είναι η βαρύτητα που δίνω, η απογοήτευση που νιώθω? Η αδικία που βράζει και ταράζει το καλό μου?
Να φεύγεις. Να φεύγεις εσύ. Να φεύγεις όταν κλείνεις τα μάτια σου και μπορείς ακόμα να κάνεις όνειρα. Να φεύγεις αν έστω κι ακόμα ένα ψήγμα οποιασδήποτε ελπίδας σου κάνει εμμονικά νοήματα. Όταν υπάρχει κάτι που σε ξεκουφαίνει, παλεύει για να καταφέρει να επιβιώσει.
Κι αν φύγεις τι έσωσες? Εσένα? Τη τιμή σου? Τη πίστη σου? Χα.
Έσωσες ένα μικρο κομμάτι σου.
Άλλα δεν έφυγες για να το σώσεις. Δεν φεύγεις για να σώσεις κάτι. Φεύγεις για να καλλιεργήσεις αυτό που έμεινε ζωντανό απ'τη φωτιά.
Αυτό που δεν πρόλαβες να χάσεις ακόμα.
Ας προσέξουμε το εν δυνάμει καλλιεργήσιμο σου απομεινάρι.
Αυτό έχεις και μια απόφαση.
Να φεύγεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου